ρομάντζα

ρομάντζα
η
1) романс; 2) фантазирование, мечтание

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ρομάντζα" в других словарях:

  • ρομάντζα — ρομάντζα, η και ρομάντσα, η (λ. ιταλ.) 1. μικρό τραγούδι ή σύντομη μουσική σύνθεση ήπιου και τρυφερού χαραχτήρα: Μερικοί Ιταλοί καλλιτέχνες έχουν συνθέσει ωραίες ρομάντζες. 2. ρεμβασμός, ποιητική διάθεση, τοποθεσία που γεννά τέτοια διάθεση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρομάντζα — και ρομάντσα και ρομάνς και ρωμάντζα και ρωμάντσα, η, Ν 1. μουσ. α) παλαιό ισπανικό λαϊκό τραγούδι αφηγηματικού χαρακτήρα β) συνοδευμένη μελωδία με απλό συγκινητικό ύφος που άνθισε στη Γαλλία στα τέλη τού 18ου αιώνα γ) ενόργανη σύνθεση… …   Dictionary of Greek

  • ρομάντσα — (Μουσ.). Σύνθεση για τραγούδι και πιάνο, σε παθητικούς τόνους, που είχε σημειώσει μεγάλη επιτυχία κυρίως στους κύκλους των σαλονιών του 19ου αι. Προέρχεται από τη γαλλική romance του 18ου αι., προσφιλέστατη στον Ρουσό (σύνθεσε και ο ίδιος ρ.) για …   Dictionary of Greek

  • ρομαντζάρω — και ρομαντσάρω και ρωμαντζάρω και ρωμαντσάρω Ν ρεμβάζω, ονειροπολώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. romantzare (βλ. λ. ρομάντζα)] …   Dictionary of Greek

  • ρωμάντζα — και ρωμάντσα, η, Ν βλ. ρομάντζα …   Dictionary of Greek

  • Βιετνάμ — Κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας.Συνορεύει Β με την Κίνα, Δ με την Καμπότζη και το Λάος, ενώ Α και Ν βρέχεται από τη Νότια Θάλασσα της Κίνας, και πιο συγκεκριμένα από τον Κόλπο του Τονκίν ΒΑ, τον Κόλπο της Ταϊλάνδης ΝΔ και στην υπόλοιπη… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Λέγκερ, Κάρελ — (Karel Leger, Κολίν 1859 – 1934). Τσέχος συγγραφέας. Έγραψε κυρίως σατιρικά ποιήματα ή διηγήματα σε στίχους, τα πιο αξιόλογα εκ των οποίων τιτλοφορούνται Η καθημερινή ζωή (1883), Οι χίμαιρες (1884) και Σύντομα διηγήματα και σκιαγραφίες (1895).… …   Dictionary of Greek

  • ντεκλαμάτο — (Μουσ.). Ειδική μορφή άσματος, που παίζει ρόλο ρετσιτατίβο και εκφράζεται σαν ένα ευρύτερο τραγούδι, που τείνει να αντικαταστήσει τις κλειστές μορφές (άρια, ρομάντζα, καβατίνα κλπ.) στη φωνητική μουσική και κυρίως στην όπερα. Αν και ο όρος μπορεί …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»